κολλητός


κολλητός
[коллитос] ас. приклеенный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κολλητός" в других словарях:

  • κολλητός — glued together masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολλητός — ή, ό (AM κολλητός, ή, όν) [κολλώ] αυτός που έχει κολληθεί, που έχει συνενωθεί, με κάποιον άλλον, συγκολλημένος νεοελλ. (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ.) ο κολλητός, η κολλητή πολύ στενός φίλος, αχώριστος σύντροφος νεοελλ. μσν. συνεχόμενος, πλαϊνός,… …   Dictionary of Greek

  • κολλητός — ή, ό επίρρ. ά 1. ο κολλημένος, αυτός που έχει συνδεθεί με κόλλα: Τα παπούτσια αυτά δεν είναι καρφωτά, αλλά κολλητά. 2. αυτός που είναι πολύ κοντά σε άλλον: Το σπίτι μας είναι κολλητό με το σπίτι του υπουργού. – Καθόμαστε κολλητά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κολλητόν — κολλητός glued together masc acc sg κολλητός glued together neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολλητοῖς — κολλητός glued together masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολλητοῖσι — κολλητός glued together masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολλητοῖσιν — κολλητός glued together masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολλητούς — κολλητός glued together masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεροκόλλητος — η, ο κολλημένος με κερί. [ΕΤΥΜΟΛ. < κερί + κολλητός (< κολλητός < κολλώ), πρβλ. ασημο κόλλητος, διαμαντο κόλλητος] …   Dictionary of Greek

  • θεοκόλλητος — θεοκόλλητος, ον (Α) ο προσκολλημένος στον θεό. [ΕΤΥΜΟΛ. < θεο * + κολλητος (< κολλώ), πρβλ. α προσ κόλλητος, αυτο κόλλητος] …   Dictionary of Greek